βαθυχαίτης

βᾰθυ-χαίτης, ου, ,
A with thick long hair, Hes.Th.977, Ph.2.479;

Ἄδωνις Orph.H. 56.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθυχαίτης — βαθυχαίτης, ο και βαθυχαιτήεις, ήεσσα, ῆεν (Α) αυτός που έχει μακριά, πυκνά μαλλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βαθυχαίτης < βαθύς + χαίτη, ενώ ο τ. βαθυχαιτήεις < βαθύς + χαιτήεις < χαίτη) …   Dictionary of Greek

  • βαθυχαίτης — with thick long hair masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυχαῖτα — βαθυχαίτης with thick long hair masc voc sg βαθυχαίτης with thick long hair masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυχαῖται — βαθυχαίτης with thick long hair masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυχαίτην — βαθυχαίτης with thick long hair masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυχαίτας — βαθυχαίτᾱς , βαθυχαίτης with thick long hair masc acc pl βαθυχαίτᾱς , βαθυχαίτης with thick long hair masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

  • ԹԱՒԱԳԷՍ — (գիսի, սաց.) NBH 1 0799 Chronological Sequence: 6c ա. βαθυχαίτης densam habens caesariem Ոյր գէսք են թաւ. թաւ վարսիւք. թաւամազ. մազը շատ. ... *Քանզի թաւագէսք են, որ ոչն սափրին ամենեւին. Փիլ. տեսական …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.